ἑπταγωνικός

ἑπτᾰ-γωνικός, ή, όν, = sq.,
A

ἀριθμός Iamb. in Nic. p.60P.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑπταγωνικός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επταγωνικός — ή, ό (ΑΜ ἑπταγωνικός, ή, όν) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο επτάγωνο …   Dictionary of Greek

  • επταγωνικός — ή, ό που ανήκει ή αναφέρεται στο επτάγωνο (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.